ΑΜΑΡΤΙΑ

Γενικά

ΠΑΡ ς:16 Ταύτα τα έξ μισεί ο Κύριος, επτά μάλιστα βδελύττεται η ψυχή αυτού, οφθαλμούς υπερήφανους, γλώσσαν ψευδή, και χείρας εκχέουσας αίμα αθώον, καρδίαν μηχανευομένην λογισμούς κακούς, πόδας τρέχοντας ταχέως εις το κακοποιείν, μάρτυρα ψευδή λαλούντα ψεύδος, και τον εμβάλλοντα έριδας μεταξύ των αδελφών.

ΙΕΖ  ιη:20 Η ψυχή η αμαρτάνουσα, αυτή θέλει αποθάνει· ο υιός δεν θέλει βαστάσει την ανομίαν του πατρός, και ο πατήρ δεν θέλει βαστάσει την ανομίαν του υιού· η δικαιοσύνη του δικαίου θέλει είσθαι επ’ αυτόν, και η ανομία του ανόμου θέλει είσθαι επ’ αυτόν. 21 Αλλ’ εάν ο άνομος επιστραφή από πασών των αμαρτιών αυτού τας οποίας έπραξε, και φυλάξη πάντα τα διατάγματά μου, και πράξη κρίσιν και δικαιοσύνην, εξάπαντος θέλει ζήσει, δεν θέλει αποθάνει· 22 πάσαι αι ανομίαι αυτού, τας οποίας έπραξε, δεν θέλουσι μνημονευθή εις αυτόν· εν τη δικαιοσύνη αυτού την οποίαν έπραξε θέλει ζήσει·

23 Μήπως εγώ θέλω τωόντι τον θάνατον του ανόμου, λέγει Κύριος ο Θεός, και ουχί να επιστρέψη από των οδών αυτού και να ζήση; 24 Όταν όμως ο δίκαιος επιστραφή από της δικαιοσύνης αυτού, και πράξη αδικίαν, και πράξη κατά πάντα τα βδελύγματα τα οποία ο άνομος πράττει, τότε θέλει ζήσει; Πάσα η δικαιοσύνη αυτού την οποίαν έκαμε δεν θέλει μνημονευθή· εν τη ανομία αυτού την οποίαν ηνόμησε, και εν τη αμαρτία αυτού την οποίαν ημάρτησεν, εν αυταίς θέλει αποθάνει.

ΜΑΤΘ  ιε:19 Διότι εκ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. 20 Ταύτα είναι τα μολύνοντα τον άνθρωπον·

ΡΩΜ  α:21 Διότι γνωρίσαντες τον Θεόν, δεν εδόξασαν ως Θεόν, ουδέ ευχαρίστησαν· αλλ’ εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία. 22 Λέγοντες ότι είναι σοφοί, εμωράνθησαν. 23 Και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εις ωμοίωμα εικόνος φθαρτού ανθρώπου, και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών. 24 Διά τούτο και παρέδωκεν αυτούς ο Θεός διά των επιθυμιών των καρδιών αυτών εις ακαθαρσίαν, ώστε να ατιμάζονται τα σώματα αυτών μεταξύ αυτών. 25 Οίτινες μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εις το ψεύδος, και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν μάλλον παρά τον κτίσαντα, όστις είναι ευλογητός εις τους αιώνας. Αμήν. 26 Διά τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας· διότι και αι γυναίκες αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν· 27 ομοίως δε και οι άνδρες αφήσαντες την φυσικήν χρήσιν της γυναικός, εξεκαύθησαν εις την επιθυμίαν αυτών προς αλλήλους, πράττοντες την ασχυμοσύνην, άρσενες εις άρσενας, και απολαμβάνοντες εις εαυτούς την πρέπουσαν αντιμισθίαν της πλάνης αυτών. 28 Και καθώς απεδοκίμασαν το να έχωσιν επίγνωσιν του Θεού, παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις αδόκιμον νούν, ώστε να πράττωσι τα μή πρέποντα·29 πλήρεις όντες πάσης αδικίας, πορνείας, πονηρίας, πλεονεξίας, κακίας· γέμοντες φθόνου, φόνου, έριδος, δόλου, κακοηθείας· 30 ψιθυρισταί, κατάλαλοι, μισόθεοι, υβρισταί, υπερήφανοι, αλαζόνες, εφευρεταί κακών, απειθείς εις τους γονείς, 31 ασύνετοι, παραβάται συνθηκών, άσπλαχνοι, αδιάλακτοι, ανελεήμονες·

ΡΩΜ γ:23 επειδή πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού·

ΡΩΜ  ε:12 Διά τούτο καθώς δι’ ενός ανθρώπου εισήλθεν η αμαρτία εις τον κόσμον, και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτω διήλθεν ο θάνατος εις πάντας τους ανθρώπους, επειδή πάντες ήμαρτον· … 18 Καθώς λοιπόν δι’ ενός αμαρτήματος ήλθε κατάκρισις εις πάντας ανθρώπους, ούτω και διά μιάς δικαιοσύνης ήλθεν εις πάντας ανρθώπους δικαίωσις εις ζωήν. 19 Διότι καθώς διά της παρακοής του ενός ανθρώπου οι πολλοί κατεστάθησαν αμαρτωλοί, ούτω και διά της υπακοής του ενός οι πολλοί θέλουσι κατασταθή δίκαιοι. 20 Παρεισήλθε δε ο νόμος διά να περισσεύση το αμάρτημα. Και όπου επερίσσευσεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις· 21 ίνα, καθώς εβασίλευσεν η αμαρτία διά του θανάτου, ούτω και η χάρις βασιλεύση διά της δικαιοσύνης εις ζωήν αιώνιον, διά Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών.

ΡΩΜ ς: 6 τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη,  δια να καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, ώστε να μη ήμεθα πλέον δούλοι της αμαρτίας. 7 Διότι ο αποθανών ηλευθερώθη από της αμαρτίας. …

ΡΩΜ  ζ:7 Τί λοιπόν θέλομεν ειπή; ο νόμος είναι αμαρτία; Μή γένοιτο· αλλά την αμαρτίαν δεν εγνώρισα, ειμή διά του νόμου· διότι και την επιθυμίαν δεν ήθελον γνωρίσει, εάν ο νόμος δεν έλεγε, ‘Μή επιθυμήσης.’ 8 Αφορμήν δε λαβούσα η αμαρτία δια της εντολής, εγέννησεν εν εμοί πάσαν επιθυμίαν·διότι χωρίς του νόμου η αμαρτία είναι νεκρά. 9 Και εγώ έζων ποτέ χωρίς νόμου· αλλ’ ότε ήλθεν η εντολή, ανέζησεν η αμαρτία, εγώ δε απέθανον· 10 και η εντολή, ήτις εδόθη προς ζωήν, αύτη ευρέθη εν εμοί προς θάνατον. 11 Διότι η αμαρτία λαβούσα αφορμήν διά της εντολής, με εξηπάτησε, και δι’ αυτής με εθανάτωσεν. 12 Ώστε ο μεν νόμος είναι άγιος, και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή.    13 Το αγαθόν λοιπόν έγεινεν εις εμέ θάνατος; Μή γένοιτο· αλλ’ η αμαρτία, διά να φανή αμαρτία, προξενούσα εις εμέ θάνατον δια του αγαθού, ώστε να γείνη καθ’ υπερβολήν αμαρτωλός η αμαρτία δια της εντολής. 14 Διότι εξεύρομεν ότι ο νόμος είναι πνευματικός· εγώ δε είμαι σαρκικός, πεπωλημένος υπό την αμαρτίαν. 15 Διότι εκείνο το οποίον πράττω, δεν γνωρίζω· επειδή εκείνο το οποίον θέλω, τούτο δεν πράττω, αλλ’ εκείνο το οποίον μισώ, τούτο πράττω. 16 Εάν δε εκείνο το οποίον δεν θέλω, τούτο πράττω, συμφωνώ με τον νόμον, ότι είναι καλός. 17 Τώρα δε, δεν πράττω τούτο εγώ, αλλ’ η αμαρτία η κατοικούσα εν εμοί. 18 Διότι εξεύρω ότι δεν κατοικεί εν εμοί (τουτέστιν εν τη σαρκί μου) αγαθόν· επειδή το θέλειν πάρεστιν εις εμέ, το πράττειν όμως το καλόν δεν ευρίσκω· 19 διότι δεν πράττω το αγαθόν, το οποίον θέλω· αλλά το κακόν το οποίον δεν θέλω, τούτο πράττω. 20 Εάν δε εγώ πράττω εκείνο το οποίον δεν θέλω, δεν εργάζομαι πλέον εγώ, αλλ’ η αμαρτία η κατοικούσα εν εμοί. 21 Ευρίσκω λοιπόν τον νόμον τούτον, ότι ενώ εγώ θέλω να πράττω το καλόν, πάρεστιν εις εμέ το κακόν 22 Διότι ηδύνομαι μεν εις τον νόμον του Θεού κατά τον εσωτερικόν άνθρωπον· 23 βλέπω όμως εν τοις μέλεσί μου άλλον νόμον αντιμαχόμενον εις τον νόμον του νοός μου, και αιχμαλωτίζοντά με εις τον νόμον της αμαρτίας τον όντα εν τοις μέλεσί μου.   24 Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ· τίς θέλει με ελευθερώσει από του σώματος του θανάτου τούτου; 25 Ευχαριστώ εις τον Θεόν διά Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών. Άρα λοιπόν αυτός εγώ με τον νούν μεν δουλεύω εις τον νόμον του Θεού· με την σάρκα δε εις τον νόμον της αμαρτίας.

ΡΩΜ  η:13 Διότι εάν ζήτε κατά την σάρκα, μέλλετε να αποθάνητε, αλλ’ εάν διά του Πνεύματος θανατόνητε τας πράξεις του σώματος, θέλετε ζήσει.

ΡΩΜ ιδ:23 και πάν ότι δεν γίνεται εκ πίστεως, είναι αμαρτία.

Α’ ΚΟΡ ιε:56 Το δε κέντρον του θανάτου είναι η αμαρτία· και η δύναμις της αμαρτίας ο νόμος.

ΓΑΛ ε:16 Λέγω λοιπόν, περιπατήτε κατά το Πνεύμα, και δεν θέλετε εκπληροί την επιθυμίαν της σαρκός. 17 Διότι η σάρξ επιθυμεί ενάντια του Πνεύματος, το δε Πνεύμα ενάντια της σαρκός· ταύτα δε αντίκεινται προς άλληλα, ώστε εκείνα τα οποία θέλετε, να μή πράττητε. … 19 Φανερά δε είναι τα έργα της σαρκός, τα οποία είναι: μοιχεία, πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρεία, φαρμακεία, έχθραι, έριδες, ζηλοτυπίαι, θυμοί, μάχαι, διχοστασίαι, αιρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κώμοι και τα όμοια τοιούτων.

ΕΦΕΣ ε:3 Πορνεία δε και πάσα ακαθαρσία, ή πλεονεξία, μηδέ ας ονομάζηται μεταξύ σας, καθώς πρέπει εις αγίους· 4 μηδέ αισχρότης και μωρολογία, ή βωμολοχία, τα οποία είναι απρεπή· …. 5 Διότι τούτο εξεύρετε, ότι πας πόρνος, ή ακάθαρτος, ή πλεονέκτης, όστις είναι ειδωλολάτρης, δεν έχει κληρονομίαν εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού.

Α’ ΤΙΜ α:9 γνωρίζων τούτο, ότι ο νόμος δεν ετέθη δια τον δίκαιον, αλλά δια τους ανόμους και ανυποτάκτους, τους ασεβείς και αμαρτωλούς, τους ανόσιους και βεβήλους, τους πατροκτόνους και μητροκτόνους, τους ανδροφόνους, 10 πόρνους, αρσενοκοίτας, ανδραποδιστάς, ψεύστας, επιόρκους, και εί τι άλλο αντιβαίνει εις την υγειαίνουσαν διδασκαλίαν.

Α’ ΤΙΜ ε:22 Μή επίθετε χείρας ταχέως εις μηδένα, μηδέ γίνου κοινωνός αλλοτρίων αμαρτιών· φύλαττε σεαυτόν καθαρόν. … 24 Τινών ανθρώπων αι αμαρτίαι είναι φανεραί, και προπορεύονται αυτών εις την κρίσιν· εις τίνας δε και επακολουθούσιν.

ΕΒΡ γ:13 αλλά προτρέπετε αλλήλους καθ’ εκάστην ημέραν, ενόσω ονομάζεται το σήμερον, διά να μη σκληρυνθή τις εξ υμών διά της απάτης της αμαρτίας.

ΙΑΚ α:13 Μηδείς πειραζόμενος ας λέγη, Ότι από Θεού πειράζομαι· διότι ο Θεός είναι απείραστος κακών, και αυτός ουδένα πειράζει. 14 Πειράζεται δε έκαστος, υπό της ιδίας αυτού επιθυμίας παρασυρόμενος και δελεαζόμενος. Έπειτα η επιθυμία αφού συλλάβη, γεννά την αμαρτία· η δε αμαρτία εκτελεσθείσα γεννά τον θάνατον.

ΙΑΚ β:9 εάν όμως προσωποληπτήτε, κάμνετε αμαρτίαν και ελέγχεσθε υπό του νόμου ως παραβάται.

ΙΑΚ  δ:17 Εις τον όστις λοιπόν εξεύρει να κάμνει το καλόν, και δεν κάμνη, εις αυτόν είναι αμαρτία.

Α’ ΙΩΑ β:15 Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω· Εάν τις αγαπά τον κόσμον, η αγάπη του Πατρός δεν είναι εν αυτώ· 16 διότι πάν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός, και η επιθυμία των οφθαλμών, και η αλαζονεία του βίου, δεν είναι εκ του Πατρός, αλλ’ είναι εκ του κόσμου.

Α’ ΙΩΑ γ:4 Πάς όστις πράττει την αμαρτίαν, πράττει και την ανομίαν· διότι η αμαρτία είναι η ανομία. 5 Και εξεύρετε ότι εκείνος εφανερώθη διά να σηκώση τας αμαρτίας ημών· και αμαρτία εν αυτώ δεν υπάρχει. Πάς όστις μένει εν αυτώ, δεν αμαρτάνει· πάς ο αμαρτάνων, δεν είδεν αυτόν, ουδέ εγνώρισεν αυτόν. 7 Τεκνία, ας μή σας πλανά μηδείς· όστις πράττει την δικαιοσύνην, είναι δίκαιος, καθώς εκείνος είναι δίκαιος. 8 Όστις πράττει την αμαρτίαν είναι εκ του διαβόλου, διότι απ’ αρχής ο διάβολος αμαρτάνει.

Α’ ΙΩΑ γ:15 Πάς όστις μισεί τον αδελφόν αυτού, είναι ανθρωποκτόνος και εξεύρετε ότι πάς ανθρωποκτόνος δεν έχει ζωήν αιώνιον μένουσαν εν εαυτώ.

Α’ ΙΩΑ ε:16 Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν ουχί θανάσιμον, θέλει ζητήσει· και ο Θεός θέλει δώσει εις αυτόν ζωήν, εις τους αμαρτάνοντας ουχί θανασίμως. Είναι αμαρτία ουχί θανάσιμος· δεν λέγω περί εκείνης να ερωτήση. 17 Πάσα αδικία είναι αμαρτία, και είναι αμαρτία ουχί θανάσιμος. 18 Εξεύρομεν ότι πας ο γεννηθείς εκ του Θεού, δεν αμαρτάνει· αλλ’ όστις εγεννήθη εκ ου Θεού φυλάττει εαυτόν, και ο πονηρός δεν εγγίζει αυτόν.

Συγχώρηση

ΙΕΖ ιη:20 Η ψυχή η αμαρτάνουσα, αυτή θέλει αποθάνει· ο υιός δεν θέλει βαστάσει την ανομίαν του πατρός, και ο πατήρ δεν θέλει βαστάσει την ανομίαν του υιού· η δικαιοσύνη του δικαίου θέλει είσθαι επ’ αυτόν, και η ανομία του ανόμου θέλει είσθαι επ’ αυτόν. 21 Αλλ’ εάν ο άνομος επιστραφή από πασών των αμαρτιών αυτού τας οποίας έπραξε, και φυλάξη πάντα τα διατάγματά μου, και πράξη κρίσιν και δικαιοσύνην, εξάπαντος θέλει ζήσει, δεν θέλει αποθάνει· 22 πάσαι αι ανομίαι αυτού, τας οποίας έπραξε, δεν θέλουσι μνημονευθή εις αυτόν· εν τη δικαιοσύνη  αυτού την οποίαν έπραξε θέλει ζήσει· 23 Μήπως εγώ θέλω τωόντι τον θάνατον του ανόμου, λέγει Κύριος ο Θεός, και ουχί να επιστρέψη από των οδών αυτού και να ζήση; 24 Όταν όμως ο δίκαιος επιστραφή από της δικαιοσύνης αυτού, και πράξη αδικίαν, και πράξη κατά πάντα τα βδελύγματα τα οποία ο άνομος πράττει, τότε θέλει ζήσει; Πάσα η δικαιοσύνη αυτού την οποίαν έκαμε δεν θέλει μνημονευθή· εν τη ανομία αυτού την οποίαν ηνόμησε, και εν τη αμαρτία αυτού την οποίαν ημάρτησεν, εν αυταίς θέλει αποθάνει.

ΗΣΑ α:16 Λούσθητε, καθαρίσθητε· αποβάλετε την κακίαν των πράξεών σας απ’ έμπροσθεν των οφθαλμών μου· παύσατε πράττοντες το κακόν, 17 μάθετε να πράττητε το καλόν· εκζητήσατε κρίσιν, κάμετε ευθύτητα εις τον δεδυναστευμένον, κρίνατε τον ορφανόν, προστατεύσατε την δίκην της χήρας. 18 Έλθετε τώρα, και ας διαδικασθώμεν, λέγει Κύριος·εάν αι αμαρτίαι σας ήναι ως το πορφυρούν, θέλουσι γείνει λευκαί ως χιών· εάν είναι ερυθραί ως κόκκινον, θέλουσι γείνει ως λευκόν μαλλίον.

ΙΕΡ λα:34 …διότι θέλω συγχωρήσει την ανομίαν αυτών, και την αμαρτίαν αυτών δεν θέλω ενθυμείσθαι πλέον.

ΜΙΧ ζ:19 Θέλει επιστρέψει, θέλει ευσπλαχνισθή ημάς, θέλει καταστρέψει τας ανομίας ημών· και θέλεις ρίψει πάσας τας αμαρτίας αυτών εις τα βάθη της θαλάσσης.

ΜΑΤΘ ς: 12 και συγχώρησον εις ημάς τας αμαρτίας ημών, καθώς και ημείς συγχωρούμεν  εις τους αμαρτάνοντας εις ημάς

ΜΑΤΘ θ: 2 Και ιδού, έφερον προς αυτόν παραλυτικόν κείμενον επί κλίνης· και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών,  είπε προς τον παραλυτικόν, Θάρρει, τέκνον συγκεχωρημέναι είναι εις  σε αι αμαρτίαι σου. 3 Και ιδού, τινές εκ των γραμματέων είπον καθ’ εαυτούς, Ούτος βλασφημεί. 4 Και ιδών ο Ιησούς τους διαλογισμούς αυτών, είπε, Δια τι σείς διαλογίζεσθε πονηρά εν ταίς καρδίαις σας;  5 Διότι τι είναι ευκολώτερον, να είπω, Συγκεχωρημέναι είναι αι αμαρτίαι σου, ή να είπω, Εγέρθητι  και περιπάτει; 6 Αλλά δια να γνωρίσητε ότι  εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου επί της γης να συνχωρή αμαρτίας, (τότε λέγει προς τον παραλυτικόν,) Εγερθείς, σήκωσον την κλίνην  σου, και ύπαγε εις τον οίκον σου.

ΜΑΤΘ ιη: 15 εάν δε αμαρτήση εις σε ο αδελφός σου ύπαγε, και έλεγξον αυτόν  μεταξύ σου και αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρδησας τον αδελφόν  σου·16 εάν όμως δεν ακούση, παράλαβε μετά σου έτι ένα ή δύο, δια να  βεβαιωθή πας λόγος επι στόματος δύο μαρτύρων ή τριών. 17 Και εάν παρακούση αυτών, ειπέ τούτο πρός την εκκλησίαν αλλ’ εάν  και της εκκλησίας παρακούση, ας είναι εις σε ως ο εθνικός και ο  τελώνης.

ΜΑΤΘ ιη: 21 Τότε προσελθών προς αυτόν ο Πέτρος, είπε, Κύριε, ποσάκις αν αμαρτήση  εις εμέ ο αδελφός μου, θέλω συγχωρήσει αυτόν; έως επτάκις; 22 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Δεν σοι λέγω, έως επτάκις, αλλ’ έως  εβδομηκοντάκις επτά.

ΜΑΡΚ β:7 Διατί ούτος λαλεί τοιαύτας βλασφημίας; Τίς δύναται να συγχωρή αμαρτίας ειμή είς, ο Θεός;

ΜΑΡΚ ια:25 Και όταν ίστασθε προσευχόμενοι, συγχωρείτε, εάν έχητέ τι κατά τινός, δια να συγχωρήση εις εσάς και ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς τα αμαρτήματά σας. 26 Αλλ’ εάν σεις δεν συγχωρήτε, ουδέ ο πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς  θέλει συγχωρήσει τα αμαρτήματά σας

ΛΟΥΚ η: 37 Και ιδού, γυνή τις εν τη πόλει, ήτις ήτο αμαρτωλή, μαθούσα ότι  κάθηται εις την τράπεζαν εν τη οικία του Φαρισαίου, έφερεν αλάβαστρον  μύρου 38 και σταθείσα πλησίον των ποδών αυτού οπίσω κλαίουσα, ήρχισε να  βρέχη τους πόδας αυτού με τα δάκρυα, και εσπόγγιζε με τας τρίχας  της κεφαλής αυτής, και κατεφίλει τους πόδας αυτού, και ήλειφε με  το μύρον. 39 Ιδών δε ο Φαρισαίος ο καλέσας αυτόν, είπε καθ’ εαυτόν, λέγων, Ούτος, εάν ήτο προφήτης, ήθελε γνωρίζει τις και οποία είναι η γυνή, ήτις εγγίζει αυτόν, ότι είναι αμαρτωλή. … 47 Διά τούτο, σοι λέγω, συγκεχωρημέναι είναι αι αμαρτίαι αυτής αι πολλαί διότι ηγάπησε πολύ· εις όντινα δε συγχωρείται ολίγον, ολίγον  αγαπά. 48 Και είπε προς αυτήν, Συγκεχωρημέναι είναι αι αμαρτίαι σου. 49 Και ήρχισαν οι συγκαθήμενοι εις την τράπεζαν να λέγωσι καθ’ εαυτούς,  Τις είναι ούτος όστις και αμαρτίας συγχωρεί;

ΛΟΥΚ ιζ: 3 προσέχετε εις εαυτούς. Εάν δε ο αδελφός σου αμαρτήση εις σε, επίπληξον  αυτόν· και εάν μετανοήση, συγχώρησον αυτόν. 4 Και εάν επτάκις της ημέρας αμαρτήση εις σε, και επτάκις της ημέρας  επιστρέψη προς σε, λέγων, Μετανοώ, θέλεις συγχωρήσει αυτόν.

ΙΩΑΝ α:29 Ιδού ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου…….

ΠΡΑΞ ι:43 εις τούτον πάντες οι προφήται μαρτυρούσιν, ότι διά του ονόματος αυτού θέλει λάβει άφεσιν αμαρτιών πας ο πιστεύων εις αυτόν.

ΡΩΜ ε:20 Και όπου επερίσσευσεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις…

ΡΩΜ ς:6 …ο παλαιός ημών  άνθρωπος συνεσταυρώθη,  διά να καταργηθή το σώμα της αμαρτίας…

ΓΑΛ ς:1 Αδελφοί, και εάν άνθρωπος απερισκέπτως πέση εις κανέν αμάρτημα, σείς οι πνευματικοί διορθώνετε τον τοιούτον με πνεύμα πραότητος· προσέχων εις σεαυτόν, μή και συ πειρασθής.

ΕΦΕΣ α:7 διά του οποίου έχομεν την απολύτρωσιν, διά του αίματος αυτού, την άφεσιν των αμαρτημάτων…

ΕΦΕΣ β:1 Και εσάς όντας νεκρούς διά τας παραβάσεις και τας αμαρτίας εζωοποίησεν·

Α’ ΙΩΑ  α:7 και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας.

Α’ ΙΩΑ  β:1 Τεκνία μου, ταύτα σας γράφω διά να μή αμαρτήσητε· και εάν τις αμαρτήση, έχομεν παράκλητον προς τον πατέρα, τον Ιησούν Χριστόν τον Δίκαιον. Και αυτός είναι ιλασμός περί των αμαρτιών ημών· και ουχί μόνον περί των ημετέρων, αλλά και περί όλου του κόσμου.

Α’ ΙΩΑ  ε:16 Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν ουχί θανάσιμον, θέλει ζητήσει και ο Θεός θέλει δώσει εις αυτόν ζωήν, εις τους αμαρτάνοντας ουχί θανασίμως. Είναι αμαρτία ουχί θανάσιμος· δεν λέγω περί εκείνης να ερωτήση. 17 Πάσα αδικία είναι αμαρτία, και είναι αμαρτία ουχί θανάσιμος. 18 Εξεύρομεν ότι πας ο γεννηθείς εκ του Θεού, δεν αμαρτάνει· αλλ’ όστις εγεννήθη εκ του Θεού φυλάττει εαυτόν, και ο πονηρός δεν εγγίζει αυτόν.

Άγνοια – γνώση

ΑΡΙΘ  ιε:27 Εάν δε ψυχή τις αμαρτήση εξ αγνοίας, ούτος πρέπει να φέρει αίγα ενιαύσιον εις προσφοράν περί αμαρτίας· 28 και θέλει κάμει εξιλέωσιν ο ιερεύς υπέρ της ψυχής ήτις ημάρτησεν εξ αγνοίας, όταν αμαρτήσει εξ αγνοίας ενώπιον του Κυρίου, διά να κάμει εξιλέωσιν υπέρ αυτού· και θέλει συγχωρηθή εις αυτόν. 29 Είς νόμος θέλει είσθαι εις εσάς διά τον αυτόχθονα μεταξύ των υιών Ισραήλ, και εις τον ξένον τον παροικούντα μεταξύ αυτών, όταν αμαρτήση εξ αγνοίας. 30 Η δε ψυχή ήτις πράξη αμάρτημα με χείραν υπερήφανον, είτε αυτόχθων είτε ξένος, ούτος καταφρονεί τον Κύριον· και θέλει εξολοθρευθή η ψυχή εκείνη εκ μέσου του λαού αυτής. 31 Επειδή κατεφρόνησε τον λόγον του Κυρίου, και παρέβη την προσταγήν αυτού, η ψυχή εκείνη εξάπαντος θέλει εξολοθρευθή· η αμαρτία αυτής θέλει είσθαι επ’ αυτήν.

ΙΩΑΝ θ:41 Είπε προς αυτούς ο Ιησούς, Εάν ήσθε τυφλοί, δεν ηθέλετε έχει αμαρτίαν· τώρα όμως λέγετε, Ότι βλέπομεν, η αμαρτία σας λοιπόν μένει.

ΙΩΑΝ ιε:22 Εάν δεν ήλθον και ελάλησα προς αυτούς, αμαρτίαν δεν ήθελον έχει· τώρα όμως δεν έχουσι πρόφασιν περί της αμαρτίας αυτών.

ΠΡΑΞ  γ:17 Και τώρα, αδελφοί, εξεύρω ότι επράξατε κατά άγνοιαν, καθώς και οι άρχοντές σας.

ΠΡΑΞ  ιζ:30 Τους καιρούς λοιπόν της αγνοίας παραβλέψας ο Θεός, τώρα παραγγέλει εις πάντας τους ανθρώπους πανταχού να μετανοώσι·

Α’ ΤΙΜ α:13 τον πρότερον όντα βλάσφημον, και διώκτην και υβριστήν· ηλεήθην όμως διότι αγνοών έπραξα εν απιστία.

ΕΒΡ ς:4 Διότι αδύνατον είναι οι άπαξ φωτισθέντες, και γευθέντες της επουρανίου δωρεάς, και γενόμενοι μέτοχοι του Αγίου Πνεύματος 5 και γευθέντες τον καλόν λόγον του Θεού, και τας δυνάμεις του μέλλοντος αιώνος, 6 και έπειτα παραπεσόντες, αδύνατον να ανακαινισθώσι πάλιν εις μετάνοιαν, ανασταυρούντες εις εαυτούς τον Υιόν του Θεού, και καταισχύνοντες.

ΕΒΡ ι:26 Διότι εάν ημείς αμαρτάνωμεν εκουσίως, αφού ελάβομεν την γνώσιν της αληθείας, δεν απολείπεται πλέον θυσία περί αμαρτιών. 27 αλλά φοβερά τις απεκδοχή κρίσεως, και έξαψις πυρός, το οποίον μέλλει να κατατρώγει τους εναντίους. 28 Εάν τις αθετήση τον νόμον του Μωυσέως, επί δύο ή τριών μαρτύρων, αποθνήσκει χωρίς έλεος 29 Πόσον, στοχάζεσθε, χειροτέρας τιμωρίας θέλη κριθή άξιος ο καταπατήσας τον Υιόν του Θεού, και νομίσας κοινόν το αίμα της διαθήκης με το οποίον ηγιάσθη, και υβρίσας το πνεύμα της χάριτος;

 

Προτροπή για αποφυγή

ΔΕΥΤ κε:16 διότι πάντες οι πράττοντες ταύτα, πάντες οι πράττοντες αδικίαν, είναι βδέλυγμα εις Κύριον τον Θεόν σου.

ΨΑΛΜ δ:4 Οργίζεσθε και μην αμαρτάνετε, λαλείτε εν ταις καρδίαις υμών επί της κλίνης υμών, και ησυχάζετε.

ΡΩΜ ς:11 Ούτω και σείς φρονείτε εαυτούς, ότι είσθε νεκροί μεν κατά την αμαρτίαν, ζώντες δε εις τον Θεόν, δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών. 12 Ας μή βασιλεύη λοιπόν η αμαρτία εν τω θνητώ υμών σώματι, ώστε κατά τας επιθυμίας αυτού να υπακούητε εις αυτήν. 13 μηδέ παριστάνετε τα μέλη σας όπλα αδικίας εις την αμαρτίαν.

Β’ ΤΙΜ  β:19 Ας απομακρυνθή από της αδικίας πας όστις ονομάζει το όνομα του Χριστού.

ΕΒΡ ιβ:1 Λοιπόν και ημείς, περικυκλωμένοι όντες υπό τοσούτου νέφους μαρτύρων, ας απορίψωμεν πάν βάρος και την ευκόλως εμπεριπλέκουσαν ημάς αμαρτίαν,…

Α’ ΙΩΑ  β:15 Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω· Εάν τις αγαπά τον κόσμον, η αγάπη του Πατρός δεν είναι εν αυτώ· 16 διότι πάν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός,  και η επιθυμία των οφθαλμών,  και η αλαζονεία του βίου, δεν είναι εκ του Πατρός, αλλ’ είναι εκ του κόσμου.

 

Αποτέλεσμα της αμαρτίας

ΓΕΝ γ:16 Προς δε τη γυναίκα είπε, Θέλω υπερπληθύνει τας λύπας σου και τους πόνους της κυοφορίας σου·

ΓΕΝ γ:17 Επειδή υπήκουσας εις τον λόγον της γυναικός σου, και έφαγες από του δένδρου, από του οποίου προσέταξα, εις σε λέγων, Μή φάγης απ’ αυτού, κατηραμένη να ήναι η γή εξαιτίας σου· με λύπας θέλεις τρώγει τους καρπούς αυτής πάσας τας ημέρας της ζωής σου. …19 εν τω ιδρώτι του προσώπου σου θέλεις τρώγει τον άρτον σου.

ΑΡΙΘ  ιε:30 Η δε ψυχή ήτις πράξη αμάρτημα με χείραν υπερήφανον, είτε αυτόχθων είτε ξένος, ούτος καταφρονεί τον Κύριον· και θέλει εξολοθρευθή η ψυχή εκείνη εκ μέσου του λαού αυτής.

ΨΑΛΜ  λη:3 Δεν υπάρχει ειρήνη εις τα οστά μου εξ αιτίας της αμαρτίας μου.

ΗΣΑ νθ:1 ΙΔΟΥ, η χείρ του Κυρίου δεν εσμικρύνθη ώστε να μή δύναται να σώση· ουδέ το ωτίον αυτού εβάρυνεν, ώστε να μή δύναται να ακούση· 2 αλλ’ αι ανομίαι σας έβαλον χωρίσματα μεταξύ υμών και του Θεού υμών, και αι αμαρτίαι σας έκρυψαν το πρόσωπον αυτού από σας, δια να μή ακούη. … 9 Δια τούτο η κρίσις είναι μακράν αφ’ ημών, και η δικαιοσύνη δεν μας φθάνει· προσμένομεν φώς και ιδού σκότος· λάμψιν, και περιπατούμεν εν ζόφω. 10 Ψηλαφώμεν τον τοίχον ως οι τυφλοί, και ψηλαφώμεν ως οι μη έχοντες οφθαλμούς· εν μεσημβρία προσκόπτομεν ως εν νυκτί· είμεθα εν μέσω των αγαθών ως νεκροί.

ΛΟΥΚ ιγ: 2 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτούς, Νομίζετε ότι οι Γαλιλαίοι  ούτοι ήσαν αμαρτωλοί υπέρ πάντας τους Γαλιλαίους, διότι έπαθον τοιαύτα; 3 Ουχί, σας λέγω·αλλ’ εάν δεν μετανοήτε, πάντες ομοίως θέλετε απολεσθή. 4 Ή εκείνοι οι δεκαοκτώ, επί τους οποίους έπεσεν ο πύργος εν τω  Σιλωάμ, και εθανάτωσεν αυτούς, νομίζετε ότι ούτοι ήσαν αμαρτωλοί  υπέρ πάντας τους ανθρώπους τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ; 5 Ουχί, σας λέγω· αλλ’ εάν δεν μετανοήτε, πάντες ομοίως θέλετε απολεσθή.

ΡΩΜ  η:13 Διότι εάν ζήτε κατά την σάρκα, μέλλετε να αποθάνητε, αλλ’ εάν διά του Πνεύματος θανατόνητε τας πράξεις του σώματος, θέλετε ζήσει.

ΓΑΛ  ς:7 Μή πλανάσθε· ο Θεός δεν εμπαίζεται· επειδή ότι άν σπείρη ο άνθρωπος, τούτο και θέλει θερίσει· 8 διότι ο σπείρων εις την σάρκα εαυτού, θέλει θερίσει εκ της σαρκός φθοράν·

 

Παραδείγματα

ΓΕΝ ιη:20 Σόδομα και Γόμορρα (βλ. και Β’ ΠΕΤ β.6)
ΕΞΟΔ ις:8 Ισραηλίτες (βλ. και ΕΞΟΔ λβ.31)
ΔΕΥΤ θ:3 Έθνη της Χαναάν
Β’ ΒΑΣ ιζ:8 Βασίλειον του Ισραήλ (βλ. & ΩΣ δ.1)
Β’ ΒΑΣ ιζ:19 Βασίλειον του Ιούδα (βλ. & ΗΣΑ α.2)
ΙΕΡ μη:29 Μωάβ
ΙΕΡ να:6,13, Βαβυλών
ΙΕΖ κη:2 Τύρος
ΝΑΟΥΜ γ:1 Νινευή
This entry was posted in ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s