Α’ ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πρόκειται για μια επιστολή η οποία προσφέρει συμπυκνωμένη γνώση και συγκεκριμένες οδηγίες προς τους εργάτες σε σχέση με πρακτικά ζητήματα της εκκλησίας. Ο σκοπός της επιστολής περιγράφεται γλαφυρά στο εδάφιο Α’ ΤΙΜ γ:14-15 αλλ’ εάν βραδύνω, διά να εξεύρης πως πρέπει να πολιτεύησαι (αναστρέφεσθαι) εν τω οίκω του Θεού, όστις είναι η εκκλησία του Θεού του ζώντος, ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας.

Δεν είναι αρκετό να πεις σε ένα παιδί «κάτσε φρόνιμα» αν πρώτα δεν το έχεις διδάξει τι σημαίνει φρόνιμη συμπεριφορά. Αυτό κάνει η επιστολή αυτή, μας μαθαίνει πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε σε σχέση με τη δημόσια προσευχή, το ρόλο των γυναικών, τα προσόντα που πρέπει να έχουν οι λειτουργοί της εκκλησίας και διάφορα άλλα πρακτικά ζητήματα.

Η γνησιότητα της επιστολής έχει αμφισβητηθεί έντονα, κυρίως λόγω του πλουσιότερου λεξιλογίου που χρησιμοποιείται σε σχέση με τις υπόλοιπες επιστολές. Αυτό όμως είναι κάτι που εύκολα ερμηνεύεται αν σκεφτούμε ότι ο Παύλος βρίσκεται προς το τέλος της διακονίας του και όπως κάθε άνθρωπος που έχει κάνει τόσα ταξίδια και έχει γνωρίσει τόσες διαφορετικές χώρες και κουλτούρες, έχει ωριμάσει και συσσωρεύσει πολύ μεγάλη γνώση και εμπειρία.

Η επιστολή μαζί με την Β’ και την προς Τίτον, ονομάστηκαν από αρκετούς Δυτικούς θεολόγους «ποιμαντορικές» (pastoral) επιστολές και έτσι καθιερώθηκε αυτή η ονομασία, την οποία κι εμείς χρησιμοποιούμε, χωρίς ίσως να εννοούμε πλήρως την έννοιά της. Αυτός ο όρος δεν είναι Γραφικός και άρα δεν είναι θεόπνευστος. Μάλιστα είναι αρκετοί εκείνοι που ισχυρίζονται ότι οι ποιμαντορικές αυτές επιστολές δεν μπορεί να είναι γραμμένες από τον Παύλο, διότι συστήνουν τον τύπο της Δυτικής επισκοπικής ηγεσίας στην Εκκλησία. Σε όλη τη Καινή διαθήκη, ο όρος επίσκοπος, είναι ταυτόσημος με τον όρο πρεσβύτερος. Αρκετά αργότερα, και μάλιστα με την έντονη παρότρυνση του Ιγνατίου που πέθανε το 110 μΧ, ιδιαίτερα στη Δύση, ο επίσκοπος κατέληξε να είναι ένας από τους πρεσβυτέρους-επισκόπους ο οποίος εκλέγεται ή τοποθετείται ως ηγέτης της εκκλησίας. Πουθενά στις επιστολές αυτές όμως δεν βλέπουμε τον συγγραφέα της επιστολής να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Όταν μιλά για τον επίσκοπο στο γ’ κεφάλαιο, σαφώς μιλά για τους πρεσβυτέρους, με τον ίδιο τρόπο που μιλά πιο κάτω για τους διακόνους.

Ο ποιμένας είναι διακονία απευθείας από τον Θεό και δεν μπορεί να είναι ανθρώπινη εκλογή όπως ο πρεσβύτερος ή επίσκοπος τον οποίο εκλέγει ο Ποιμένας και το πρεσβυτέριο. Ευχαριστούμε τον Θεό ότι στην Εκκλησία μας δεν περιμένουμε από ανθρώπους όσο σεβαστοί κι ευλογημένοι να είναι, να εκλέξουν τον ποιμένα της εκκλησίας, αλλά προσμένουμε τον Κύριο, ο οποίος στο δικό του χρόνο και με το δικό Του τρόπο, θα φανερώσει τον δούλο που Εκείνος έχει εκλέξει.

Για τη συγκυρία που ο Παύλος άφησε τον Τιμόθεο στην Έφεσο και έφυγε προς τη Μακεδονία, δεν έχουμε κάποιες πληροφορίες στο βιβλίο των Πράξεων. Από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι η επιστολή έχει γραφεί από τη Μακεδονία ή από το δρόμο προς τη Μακεδονία, κάπου μετά την πρώτη αποφυλάκισή του από τη Ρώμη γύρω στο 65 μΧ.

Α’ ΤΙΜ α:1 Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού, κατ’ επιταγήν Θεού του Σωτήρος ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού της ελπίδος ημών,

Ο Παύλος όπως έχουμε δει και στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή, είναι απόστολος όχι εξαιτίας της δικής του επιλογής ή ακόμη και διάθεσης, αλλά κατά την επιταγή του Θεού. Πρέπει να θυμόμαστε συχνά τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός προσκάλεσε τον Παύλο και μάλιστα τον επίταξε. Είναι πολύ ισχυρή αυτή η λέξη «επιταγή». Βικιλεξικό: η οριστική ή προσωρινή αφαίρεση κινητής ή ακίνητης περιουσίας καθώς και προσωπικών υπηρεσιών, που γίνεται από το κράτος για στρατιωτικούς σκοπούς σε καιρό πολέμου ή για δημόσιο όφελος.

Ο απόστολος Παύλος την χρησιμοποιεί άλλες δύο φορές σε σχέση με τη κλίση του από τον Θεό για το έργο της διακονίας. Όταν αναφέρεται σε άλλους όμως, λέει:

Β’ ΚΟΡ η:8 “Δεν λέγω τούτο κατ’ επιταγήν, αλλά διά να δοκιμάσω διά της σπουδής των άλλων και την γνησιότητα της αγάπης σας·”

Εδώ λοιπόν θα πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ όσοι έχουμε λάβει κάποια υπηρεσία μέσα στην εκκλησία του Χριστού, δηλαδή διάκονοι, πρεσβύτεροι και χαρισματούχοι. Αν ακολουθούμε τον ίδιο Θεό που ακολουθεί ο Παύλος, είμαστε επιταγμένοι στην υπηρεσία του Ευαγγελίου. Θα δούμε παρακάτω με λεπτομέρεια τα χαρακτηριστικά των πρεσβυτέρων και των διακόνων. Αλλά και οι χαρισματούχοι πρέπει να αισθάνονται την ευθύνη που έχουμε αναλάβει ενώπιον του Θεού. Δεν μπορώ να προφητεύω όποτε θέλω, ή ακόμη κατά ορισμένα διαστήματα, πράγμα που φανερώνει πεσμένη πνευματική στάθμη και χαλασμένη επικοινωνία με τον Θεό. Αν εννοήσω τι σημαίνει να με έχει επιτάξει ο Θεός για το έργο Του, θα φροντίζω τον εαυτό μου ώστε να είμαι πάντοτε έτοιμος μέσα στα πλαίσια της τάξης με την οποία πρέπει να λειτουργούν τα χαρίσματα, να συνεισφέρω στην εκκλησία αυτό που μου έχει εμπιστευτεί ο Θεός.

Α’ ΤΙΜ α:2 προς Τιμόθεον, το γνήσιον τέκνον εις την πίστιν· είη χάρις, έλεος, ειρήνη από Θεού Πατρός ημών και Χριστού Ιησού του Κυρίου ημών.

Η επιστολή αυτή είναι προσωπική και απευθύνεται στον Τιμόθεο, ο οποίος αποκαλείται «γνήσιο τέκνο». Αλλού ο Παύλος τον χαρακτηρίζει ως ισόψυχο. Μακάριος ο νέος Χριστιανός που έχει για πνευματικό πατέρα του έναν αφιερωμένο εργάτη όπως ο Παύλος και μακάριος ο εργάτης που έχει πνευματικά τέκνα της πνευματικής στάθμης του Τιμοθέου, στον οποίο θα μπορέσει να εμπιστευτεί το έργο του Θεού.

Α’ ΤΙΜ α:3 Καθώς σε παρεκάλεσα απερχόμενος εις Μακεδονίαν, να προσμείνης εν Εφέσω, διά να παραγγείλης εις τινάς να μη ετεροδιδασκαλώσι 4 μηδέ να προσέχωσιν εις μύθους και γενεαλογίας απεράντους, αίτινες προξενούσι φιλονεικίας μάλλον παρά την εις την πίστιν οικοδομήν του Θεού, ούτω πράττε·

Φαίνεται πως ο Παύλος μετά την αποφυλάκιση του από τη Ρώμη, επισκέφθηκε με τον Τιμόθεο την  Έφεσο. Όταν ο Παύλος θέλησε να φύγει προς τη Μακεδονία, έδωσε οδηγίες στον Τιμόθεο να μείνει για λίγο εκεί για να στηρίξει την εκκλησία η οποία προφανώς αντιμετώπιζε όπως πάντοτε προβλήματα από διάφορους ψευδοδιδάσκαλους. Από αυτό δεν προκύπτει ότι ο Παύλος είχε τοποθετήσει τον Τιμόθεο ως ποιμένα στην Έφεσο. Αντίθετα φαίνεται να του δίνει οδηγίες για μια προσωρινή υπηρεσία στη τοπική εκκλησία να εμποδίσει κάποιους που τάρασσαν τη σύναξη με άλλες διδασκαλίες.

Οι ετεροδιδασκαλίες δεν είναι αιρετικές διδασκαλίες, ούτε ψευδοδιδασκαλίες. Η αίρεση, είναι μια διδασκαλία που οδηγεί τον άνθρωπο στην απώλεια. Παράδειγμα είναι

Υπάρχουν ακόμη διάφορα δευτερεύοντα θέματα πάνω στη διδασκαλία που ναι μεν καλό θα ήταν να μην υπήρχαν, αλλά δεν προκαλούν μεγάλο πρόβλημα στη ζωή της εκκλησίας. Εκεί η Σύνοδος και όλοι οι αδελφοί, μπορούμε να κάνουμε υπομονή και κάνουμε. Για παράδειγμα κάποιος μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι γυναίκες δεν πρέπει να φοράνε πιτζάμες στον ύπνο, διότι είναι αντρικό ένδυμα. Κάποιος άλλος μπορεί να πει ότι οι γυναίκες πρέπει να φοράνε κάλυμμα όλη των ώρα της λατρείας της εκκλησίας, είτε ώρα κηρύγματος είναι, είτε ώρα προσευχής. Αυτό δεν είναι καλό να συμβαίνει, διότι ο λόγος του Θεού μας παραγγέλλει να λέμε «πάντες το αυτό». Αυτός θα πρέπει να είναι και ο σκοπός της Συνόδου, ώστε να συζητιούνται χωρίς φόβο αυτά τα ζητήματα και να καταλήγουμε με ταπείνωση και υποταγή στην αυτή διδασκαλία.

Υπάρχουν όμως ετεροδιδασκαλίες οι οποίες προξενούν πρόβλημα στην εκκλησία όπως θέματα που έχουν ήδη διευθετηθεί από τη Σύνοδο και παρόλα αυτά κάποιοι επιμένουν να μην υποτάσσονται, διότι έχουν μεγάλη ευχαρίστηση στο να διαφοροποιούν τη θέση τους ισχυριζόμενοι ότι εκείνοι ξέρουν κάτι καλύτερο. Έχουμε πάρει για παράδειγμα απόφαση στη Σύνοδο, να μη κάνουμε χρήση του Σταυρού, απλά διότι δεν βλέπουμε σε όλη τη Καινή διαθήκη από τον Ματθαίο μέχρι την Αποκάλυψη να υπάρχει στην πρώτη Αποστολική εκκλησία η χρήση του σταυρού ως Χριστιανικού συμβόλου. Τέτοια θέματα αν και δεν αποτελούν ψευδοδιδασκαλία ή αίρεση που μπορεί να φέρει στην απώλεια μια ψυχή, είναι μια μικρή προσβολή το σώμα που αν κανείς δεν προσέξει, μπορεί να φέρει μεγάλη αναταραχή. Υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να διαχωρίζουν τους εαυτούς τους και ψάχνουν τι να βρουν να πουν διαφορετικό από τον ποιμένα, ή το πρεσβυτέριο. Έτσι αρχίζουν γενεαλογίες, μύθους και πολλές συζητήσεις που δεν φέρνουν οικοδομή, αλλά μάλλον φιλονικίες και έριδες.

Ο λόγος του Θεού μας λέει να απομακρυνόμαστε από αυτούς: Α’ ΤΙΜ ς:3 “Εάν τις ετεροδιδασκαλή και δεν ακολουθή τους υγιαίνοντας λόγους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την διδασκαλίαν την κατ’ ευσέβειαν, 4 είναι τετυφωμένος και δεν εξεύρει ουδέν, αλλά νοσεί περί συζητήσεις και λογομαχίας, εκ των οποίων προέρχεται φθόνος, έρις, βλασφημίαι, υπόνοιαι πονηραί, 5 μάταιαι συνδιαλέξεις ανθρώπων διεφθαρμένων τον νούν και απεστερημένων της αληθείας, νομιζόντων την ευσέβειαν ότι είναι πλουτισμός. Απομακρύνου από των τοιούτων.”

Α’ ΤΙΜ α:5 το δε τέλος της παραγγελίας είναι αγάπη εκ καθαράς καρδίας και συνειδήσεως αγαθής και πίστεως ανυποκρίτου,

Όλα ολοκληρώνονται και περιλαμβάνονται στην αγάπη. 

ΡΩΜ ιγ:8 “Εις μηδένα μη οφείλετε μηδέν ειμή το να αγαπάτε αλλήλους· διότι ο αγαπών τον άλλον εκπληροί τον νόμον. 9 Επειδή το, Μη μοιχεύσης, μη φονεύσης, μη κλέψης, μη ψευδομαρτυρήσης, μη επιθυμήσης, και πάσα άλλη εντολή, εν τούτω τω λόγω συμπεριλαμβάνεται, εν τώ· Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν. 10 Η αγάπη κακόν δεν κάμνει εις τον πλησίον· είναι λοιπόν εκπλήρωσις του νόμου η αγάπη.”

 Όταν κάποιος αγαπά την αδελφότητα και έχει καθαρή καρδιά και αγαθή συνείδηση, δεν θέλει να της προξενεί κανένα πρόβλημα και προτιμά να χάσει αυτός έστω λίγο από το υποτιθέμενο δίκιο του, παρά να προξενήσει ταραχή με κάποια του παραξενιά, ετεροδιδασκαλία ή ακόμη και γνώμη. Ας πάει η γνώμη μου στη μπάντα, ιδίως όταν βλέπω ότι δεν την συμμερίζεται η αδελφότητα.

Α’ ΤΙΜ α:6 από των οποίων αποπλανηθέντες τινές εξετράπησαν εις ματαιολογίαν. 7 Θέλοντες να ήναι νομοδιδάσκαλοι, ενώ δεν νοούσιν ούτε όσα λέγουσιν ούτε περί τίνων διϊσχυρίζονται.

Κάποιος κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αγαπήσει κανέναν και έτσι έλεγε για τον εαυτό του, «αγαπώ αγαπήσαι». Δηλαδή αγαπώ την ιδέα του να αγαπήσω, αλλά ο ίδιος δεν μπορώ να αγαπήσω. Κάποιοι λοιπόν στη Έφεσο που εξετράπησαν από το δρόμο της αγάπης και της ανυπόκριτης πίστης ταλαιπωρούσαν τους αδελφούς  με απέραντες ματαιολογίες. Είναι προφανές από τη λέξη «νομοδιδάσκαλοι» που χρησιμοποιεί ο Παύλος, ότι υπήρχαν κάποιοι που ισχυριζόταν ότι η εκκλησία έπρεπε ταυτόχρονα με τη διδασκαλία του Ιησού να κρατά και το Μωσαϊκό Νόμο. Αυτό όμως από μόνο του είναι εντελώς αδύνατο, διότι ο Χριστός αποτέλεσε το τέλος του Νόμου. Αυτοί λοιπόν που έλεγαν τέτοια πράγματα, ήταν φανατικοί που δεν είχαν καταλάβει τη διδασκαλία του Ιησού η οποία φέρνει στη καρδιά την επανάσταση της αγάπης. Έτσι δίδασκαν πράγματα ασυμβίβαστα που προφανώς και οι ίδιοι δεν καταλάβαιναν. Πόσο τραγικό είναι να βλέπεις κάποιον να αγωνίζεται μέχρι αίματος για πράγματα που και ο ίδιος ακόμη, δεν πιστεύει.

Α’ ΤΙΜ α:8 Εξεύρομεν δε ότι ο νόμος είναι καλός, εάν τις μεταχειρίζηται αυτόν νομίμως, 9 γνωρίζων τούτο, ότι ο νόμος δεν ετέθη διά τον δίκαιον, αλλά διά τους ανόμους και ανυποτάκτους, τους ασεβείς και αμαρτωλούς, τους ανοσίους και βεβήλους, τους πατροκτόνους και μητροκτόνους, τους ανδροφόνους, 10 πόρνους, αρσενοκοίτας (ομοφυλόφιλους), ανδραποδιστάς (κλέφτες ανθρώπων ΕΞΟΔ κα:16), ψεύστας, επιόρκους, και ει τι άλλο αντιβαίνει εις την υγιαίνουσαν διδασκαλίαν, 11 κατά το ευαγγέλιον της δόξης του μακαρίου Θεού, το οποίον εγώ ενεπιστεύθην.

Ξέρουμε ότι ο Νόμος αυτό που έκανε, είναι ότι φανέρωσε στον ασεβή, την αμαρτία του. Υπάρχουν λοιπόν στη Πεντάτευχο, εδάφια που αφορούν τη κάθε μια από τις παραπάνω αμαρτίες αλλά και άλλες πολλές που είναι για κάποιον αισχρό ακόμη και να τις ονομάζει. Αυτό σημαίνει ότι ο Νόμος ισχύει μόνο για τους μη αναγεννημένους ανθρώπους, των οποίων η καρδιά παραμένει απερίτμητη. Τέτοιοι άνθρωποι, αν δεν είχαν κάποιου είδους αποτρεπτικό Νόμο ώστε να φοβούνται την ποινή που προβλέπεται για κάθε ανομία, θα οδηγούσαν τη κοινωνία σε κόλαση. Για αυτό ο Παύλος λέει ότι ο Νόμος δεν δόθηκε για τους δικαίους, δηλαδή τους δικαιωθέντες δια της θυσίας του Ιησού Χριστού, αλλά για τους ανόμους.

ΠΡΑΞ ιγ:38 “Έστω λοιπόν γνωστόν εις εσάς, άνδρες αδελφοί, ότι διά τούτου κηρύττεται προς εσάς άφεσις αμαρτιών. 39 Και από πάντων, αφ’ όσων δεν ηδυνήθητε διά του νόμου του Μωϋσέως να δικαιωθήτε, διά τούτου πας ο πιστεύων δικαιούται.”

…. Συνεχίζεται ….

(Α’ ΤΙΜ α:12)  Και ευχαριστώ τον ενδυναμώσαντά με Ιησούν Χριστόν τον Κύριον ημών, ότι ενέκρινε πιστόν και έταξεν εις την διακονίαν εμέ, 13 τον πρότερον όντα βλάσφημον και διώκτην και υβριστήν· ηλεήθην όμως, διότι αγνοών έπραξα εν απιστία, 14 αλλ’ υπερεπερίσσευσεν η χάρις του Κυρίου ημών μετά πίστεως και αγάπης της εν Χριστώ Ιησού.

15 Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος, ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθεν εις τον κόσμον διά να σώση τους αμαρτωλούς, των οποίων πρώτος είμαι εγώ· 16 αλλά διά τούτο ηλεήθην, διά να δείξη ο Ιησούς Χριστός εις εμέ πρώτον την πάσαν μακροθυμίαν, εις παράδειγμα των μελλόντων να πιστεύωσιν εις αυτόν εις ζωήν αιώνιον. 17 εις δε τον βασιλέα των αιώνων, τον άφθαρτον, τον αόρατον, τον μόνον σοφόν Θεόν, είη τιμή και δόξα εις τους αιώνας των αιώνων· αμήν.

18 Ταύτην την παραγγελίαν παραδίδω εις σε, τέκνον Τιμόθεε, κατά τας προγενομένας προφητείας περί σου, να στρατεύης κατ’ αυτάς την καλήν στρατείαν, 19 έχων πίστιν και αγαθήν συνείδησιν, την οποίαν τινές αποβαλόντες εναυάγησαν εις την πίστιν· 20 εκ των οποίων είναι ο Υμέναιος και Αλέξανδρος, τους οποίους παρέδωκα εις τον Σατανάν, διά να μάθωσι να μη βλασφημώσι.

This entry was posted in ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s